Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

~ Η βόλτα ~

Πήγα μια βόλτα μες τη νύχτα θολωμένος από το αλκοόλ και τη φασαρία.
Είδα αυτοκίνητα, 
πολλά αυτοκίνητα.
Αφουγκράστηκα το σπαραγμό της πόλης.
Περπάτησα στο τσιμέντο,
περπάτησα στην άσφαλτο.
Περίμενα στο φανάρι.
Τα σκουπίδια μύριζαν πολύ άσχημα αλλά έπρεπε να περιμένω.
Πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Είδα κι άλλα αυτοκίνητα.
προσπάθησα να τα αποφύγω,
κατέβηκα στην παραλία.
Κοίταξα ψηλά αλλά δεν είχε φεγγάρι.
Σκέφτηκα να βάλω μουσική στα ακουστικά αλλά θα έχανα το σπαραγμό της πόλης.
Προσπέρασα δύο άστεγους κάτω από τη γέφυρα στην παραλιακή.
Κοντοστάθηκα αλλά δε σταμάτησα για αυτούς.
Άναψα ένα τσιγάρο.
Στο επόμενο στενό δύο σκιές.
Σκέφτηκα να επιταχύνω αλλά τελικά χάθηκαν στη στροφή.
Συνέχισα ως το επόμενο τετράγωνο.
Ήθελα με κάποιον να μιλήσω αλλά ήταν αργά.
Η πόλη κοιμάται τη νύχτα.
Η πόλη κοιμάται τη μέρα και εγώ ζω στον εφιάλτη της.
Ήθελα να ξυπνήσω αλλά δεν κοιμόμουν.
"Είναι η καθημερινότητα που σε σαπίζει." 
Ίσως αυτή η βόλτα να είχε περισσότερο ενδιαφέρον χωρίς το τσιμέντο και τα αυτοκίνητα, τη φασαρία και το καυσαέριο.
Όταν κοιμήθηκα το πρωί τα φαντάστηκα όλα όπως έπρεπε να είναι.
Το μεσημέρι ξύπνησα με φωνές.
Άνοιξα τη βρύση.

Αυτός ο ήχος με καθησυχάζει....

~ Κώτσος, 2011 ~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου